Μικροδιήγημα - Χαριτίνη Καρρά



«Θυμάσαι καθόλου που με πήγαινες μικρούλα στο συνεταιρισμό να ψωνίσουμε ρούχα κι επειδή είχα τα μαλλιά μου κοντά, η υπάλληλος νόμιζε πως ήμουν αγόρι και μου ‘δινε να δοκιμάσω αγορίστικες βερμούδες κι εγώ τις φόραγα και μετά σκάγαμε στα γέλια μπροστά στον καθρέφτη;; Θυμάσαι μετά που με πήγαινες σ’ εκείνο το γωνιακό το κοτοπουλάδικο και καθόμασταν οι δυο μας, έτσι όπως σπάνια το συνηθίζαμε, γιατί η μαμά πάντα θύμωνε κι έμπαινε στη μέση και δεν μας άφηνε, πάντα πίστευε η μαμά ότι δεν είναι σωστό μπαμπάς και κόρη να πολυέχουν σχέσεις μη και γίνει κανένα κακό, καμιά οικογενειακή τραγωδία απ’ αυτές των αστυνομικών δελτίων και των σήριαλ, θυμάσαι, σου λέω, εκείνα τα ξεγυρισμένα κοτόπουλα σούβλας που τρώγαμε στο κοτοπουλάδικο της γωνίας, με τα λαδωμένα τραπεζομάντηλα και τον ψήστη που του ‘φευγε πάντα ένα τεράστιο τσουλούφι από το λεκιασμένο του σκούφο κι εγώ έλεγα πως σίγουρα θα ‘χει πέσει μια τεράστια τρίχα μέσα στο σουβλιστό σου το μπούτι που το έγλυφες λαίμαργα και μου θύμωνες που σου χάλαγα τη λιχουδιά, θυμάσαι;;
Κάτσε, δεν μπορεί να μη θυμάσαι που μετά πηγαίναμε και παίρναμε τη μαμά και το Βασίλη και μας πήγαινες όλους μαζί στο «εξοχικό», μα πώς μπορούσες να το λες εκείνο το παραμάζωμα στραβών τοίχων «εξοχικό» ρε πατέρα, αλήθεια τώρα, έλα πες, το θεωρούσες εσύ εξοχικό εκείνο το παράπηγμα δωματιάκι δωματιάκι που ‘χες φτιάξει με κείνον τον «εργολάβο οικοδομών», τον κύριο Γιώργο Καρακούτουλα, γύφτος ολκής ο Καρακούτουλας κι εσύ τον έλεγες και «κύριο», α ρε πατέρα, θυμάσαι;; Τις ντοματιές και τα μαρούλια και τις κολοκυθιές και τις φασολιές που φρόντιζες στον κήπο του «εξοχικού», το μποστανάκι σου δεν το θυμάσαι πατέρα;; Πατέρα;; Γιατί δε μου μιλάς καθόλου;; Σου μιλάω όλη αυτή την ώρα, τόσα σου λέω, δε με παρακολουθείς; Τι εννοείς δεν θυμάσαι;; Δεν μπορεί να μη θυμάσαι που γινόσουν έξαλλος με το Βασίλη όταν αργούσε τα βράδια και μια φορά του είχες εκσφενδονίσει ένα κεσέ γιαούρτι στο κεφάλι, και μετά τον καυγά ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια με τις ώρες, βασικά το γιαούρτι με μέλι που έτρωγες εκείνη τη στιγμή του πέταξες, γιατί πάντα σου άρεσε το γιαούρτι με μέλι πατέρα, θυμάσαι;; Έλα σε παρακαλώ, μη μου κάνεις ότι δε θυμάσαι, η γιατρός είπε ότι με το καινούριο φάρμακο όλο και περισσότερα πράγματα θα σου έρχονται στο νου, κι αν βοηθήσουμε κι εμείς λιγάκι μπορεί να θυμηθείς περισσότερα, πατέρα θυμήσου σε παρακαλώ, εγώ είμαι, η αδυναμία σου, το Βιολί σου, μη με λες «μαμά» σου, δεν είμαι η μαμά σου, ναι έχω το ίδιο όνομα μ εκείνη αλλά είμαι η κόρη σου, η μαμά σου δεν ζει, τώρα γιατί κλαις πατέρα, δεν τη γνώρισες καν, γιατί κλαις, τι εννοείς «που πέθανε», δεν ζει ούτε τη γνώρισες αλλά μια ζωή την πενθούσες, δεν άντεχες που έζησες εσύ και πέθανε εκείνη αλλά επιτέλους πατέρα, εσύ ακόμα ζεις και πρέπει να θυμηθείς, θυμήσου πατέρα μου, εγώ η κόρη σου η Βιολέττα είμαι, σε αγαπώ πάντα, θα πρέπει αυτό να το θυμάσαι, θυμήσου το σε παρακαλώ, δεν αντέχω να το ξεχνάς αυτό, θυμήσου το, πατέρα, σε παρακαλώ.»



Χαριτίνη Καρρά:
Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1972. Με τη γραφή ασχολούμαι εδώ και κάποια χρόνια ερασιτεχνικά. Τώρα τελευταία κάποιες ιστορίες μέσα μου χρειάζονται περισσότερο χώρο ν’ αναπνεύσουν, κι εγώ, τι να κάνω, τους τον παραχωρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!