Μικροδιήγημα - Γιώτα Φλώρου



Θυμάμαι τις βαλίτσες δίπλα στην πόρτα. Και το σπίτι να μοιάζει ήδη άδειο και ας μέναμε ακόμα εκεί εγώ, ο αδελφός μου και οι γονείς μας. Το βράδυ πριν την αναχώρησή μου έγιναν όλα όπως γίνονταν κάθε βράδυ. Δεν ξέρω γιατί θυμάμαι πιο έντονα τις ώρες από το βραδινό φαγητό και μετά. Ίσως γιατί πριν δεν είχα ακόμα συνειδητοποιήσει ότι πραγματικά θα έφευγα, δεν είχα σκεφτεί ότι την επόμενη μέρα, τέτοια ώρα ακριβώς, η καρέκλα μου στο τραπέζι θα ήταν αδειανή, το πιρούνι μου ανέγγιχτο, το πιάτο μου στοιβαγμένο μαζί με τα υπόλοιπα στο ντουλάπι,να περιμένει.

Λίγες μπουκιές. Σχεδόν τίποτα δεν πήγαινε κάτω και ας είχε φτιάξει η μάνα το αγαπημένο μου φαγητό. Λίγα λόγια, ερωτήσεις πρακτικής φύσεως. Αν είναι όλα έτοιμα, αν ξέχασα κάτι, να κοιτάξω ξανά τα χαρτιά μου. Αναρωτιόμουν τι θα γινόταν αν έλειπε ένα χαρτί, πράγμα απίθανο καθώς ήμουν συνεπής σε τέτοια θέματα. Ήθελα να λείπει; Λες να το είχε κρύψει πουθενά ο αδελφός μου, όπως έκρυβε τα παιχνίδια μας όταν ήμασταν παιδιά και δεν μπορούσα να τα βρω πουθενά;
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Είχα τα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι και την ακοή μου σε εγρήγορση. Ήθελα να αποτυπώσω στο μυαλό μου τους γνώριμους ήχους την νύχτας στο σπίτι μας. Ποιος ξέρει πότε και αν θα τους άκουγα ξανά ίδιους και απαράλλακτους; Το τρίξιμο του ξύλινου πατώματος στα αέρινα βήματα της μητέρας, όταν σηκωνόταν το βράδυ να ξεδιψάσει τα όνειρα και τους εφιάλτες της, τα βαριά βήματα του πατέρα, το σπρώξιμο για την πόρτα της τουαλέτας που δεν άνοιγε, το χτύπημα του ρολογιού στο σαλόνι, έναν ήχο που χρόνια ολόκληρα συνόδευε τις χαρές και τις λύπες μου.
Από το μισάνοιχτο παράθυρο είδα το φεγγάρι και τα άστρα να διαγράφουν την πορεία τους, είδα τον ουρανό να αλλάζει χρώματα μέχρι που το σκοτάδι να γίνεται λιγότερο βαθύ. Σηκώθηκα πρώτος από όλους. Και έτσι να μην γινόταν, θα μου έδιναν ευγενικά τη θέση τους μιας και ήμουν εγώ αυτός που έπρεπε να ετοιμαστεί έγκαιρα.

Όταν φεύγαμε, δεν κοίταξα πίσω, να αποτυπώσω την εικόνα από το εσωτερικό του σπιτιού που μεγάλωσα. Είχαν ξεκινήσει αλλιώτικα οι ώρες εκείνο το πρωινό. Ποτέ πίσω, μόνο μπροστά. Όταν ξεκινήσαμε για το σταθμό όλοι μαζί-ήταν τόσο κοντά που μπορούσαμε να πάμε με τα πόδια- είχε ξημερώσει για τα καλά. Άνθρωποι που γνώριζα ήρθαν κοντά μου και οι άλλοι, οι άγνωστοι που άνοιγαν τα παράθυρα και τα καταστήματα τους, που περπάταγαν στο δρόμο κοιτούσαν την μικρή πομπή μας σα να γνώριζαν. Την εποχή εκείνη, όλοι είχαν μια παρόμοια ιστορία να διηγηθούν.
Συνωστισμός και αποχαιρετισμοί, εισιτήρια στα χέρια και υποσχέσεις. Δεν μου άρεσαν ποτέ οι αποχαιρετισμοί. Δεν ήξερα πόσο σφιχτά να αγκαλιάσω τα σώματα, ούτε πώς να παρηγορήσω τα δάκρυα. Τον συγκεκριμένο ούτε μπορούσα, ούτε ήθελα να τον αποφύγω γι’ αυτό και έβαλα όλη μου τη δύναμη στις αγκαλιές και ακόμα και αν είδα ραγισμένα και υγρά βλέμματα δεν χρειάστηκε να σκουπίσω δάκρυα.
«Μη μας ξεχάσεις, να μας γράφεις.»«Μ»



Η Γιώτα Φλώρου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τώρα, σπουδάζει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Κείμενα της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά μέσα (protagon, onestory, shortstory microstory, bibliotheque, fridge) και στο έντυπο περιοδικό Chimeres. Συμμετέχει στις συλλογές διηγημάτων «Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος» (εκδόσεις Σαΐτα), «Summer Stories» (εκδόσεις Fortezza), «33» (microstory.gr) και «Καλοκαιρινά Ναυάγια» (εκδόσεις Πολύτροπον). Διακρίθηκε στο διαγωνισμό σεναρίου που διοργάνωσε η ιστοσελίδα eyelands.gr. Γράφει στην ιστοσελίδα «Arts and the city». Έχει παρακολουθήσει το σεμινάριο δημιουργικής γραφής των Εκδόσεων Πολύτροπον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!