Μικροδιήγημα - Ιφιγένεια Παρασκευά



Θυμάται...
Η πρώτη φορά που μπήκε στο τρένο φάνταζε σαν σκηνή βγαλμένη από ταινία. 14 Φεβράρη, η μέρα των ερωτευμένων. Όλα είχαν παγώσει, μόνο που η φλόγα στην καρδιά της έλιωνε τα χιόνια γύρω της ως δια μαγείας. Κινητοποίησε το πρώτο αεροπλάνο που πέταξε απ’ τη χώρα, το ταξί που τη μετέφερε από το αεροδρόμιο στο σταθμό και το τρένο που θα την οδηγούσε σ’ εκείνον. Όλα γύρω της έλεγαν πως δεν θα καταφέρει να τον δει, πως δεν θα είναι μαζί του τη μέρα εκείνη των ερωτευμένων. Η καρδιά της όμως ήταν πιο δυνατή, το θέλω της είχε τη λογική της τρέλας. Στριμωγμένη σ’ ένα βαγόνι, δεν ένιωθε το κρύο του χειμώνα να την αγγίζει. Όπως μια όαση στην έρημο, αυτή είχε φτιάξει το δικό της καλοκαίρι μες στα χιόνια. Ήταν ευτυχισμένη. Ήξερε πως άξιζε να προσπαθήσει.
Γιατί ήθελε να τον δει. Και τα κατάφερε. Αυτός δεν την περίμενε. Κι όταν ένιωσε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν, τα μάτια του να λάμπουν από χαρά, ναι μέσα της ήξερε πως άξιζε. Ούτε στα πιο τρελά της όνειρα δεν είχε φτιάξει μια τόσο φανταστική ιστορία. Η ζωή είχε ξεπεράσει το όνειρο.
Η περιπέτεια τελείωνε με μια μαγική βόλτα στ’ αυτοκίνητο. Στο δικό τους κρυφό μέρος. Τα τζάμια θολωμένα απ’ τις ανάσες τους κι αυτοί να γιορτάζουν τον έρωτα. Να την ρωτάει αν είναι ευτυχισμένη κι αυτή να τρομάζει να το παραδεχτεί. Όταν το συναίσθημα γίνει λέξεις χάνει τη δύναμη του, γίνεται ρευστό και μπορεί να χαθεί. Φοβόταν να χάσει αυτό που ένιωθε, την τρόμαζε η δύναμη του. Γιατί την ξεπερνούσε, ναι η αγάπη της για εκείνον την ξεπερνούσε.
Μετά από χρόνια βρισκόταν εκεί ξανά. Στο σταθμό των τρένων, εκεί όπου είχε ζήσει τόσα πολλά. Τότε είχε ένα και μόνο προορισμό. Εκείνον. Τους χώριζε πάντα η απόσταση. Τώρα αυτά που τους χώριζαν δεν μπορούσαν να μετρηθούν σε χιλιόμετρα. Αν τα βαγόνια μπορούσαν να μιλήσουν, πόσες ιστορίες θα της έλεγαν, πόσες μνήμες τις ξυπνούσαν. Έβλεπε τον κόσμο στο σταθμό να την προσπερνάει. Τα μάτια της καρφώθηκαν στο τρένο που είχε φτάσει και περίμενε τους επιβάτες να μπουν μέσα. Πόσα όνειρα χωράνε σ’ ένα βαγόνι;
Ξαφνικά κατάλαβε πως δεν είχε νόημα να σκέφτεται το παρελθόν. Δεν υπήρχε λόγος να βρίσκεται εκεί πια. Ο προορισμός της είχε αλλάξει. Δεν ήταν εκείνος. Δάκρυσε για τον έρωτα που πέθανε. Τα φαντάσματα του άφησε μέσα στο βαγόνι. Τώρα ποθούσε ένα άλλο προορισμό, μια διαδρομή χωρίς τερματικό σταθμό. Γιατί εκεί ένιωθε πως τελείωσε η ζωή της. Χωρίς εκείνον, χωρίς την αγάπη τους, η ζωή της φαινόταν σαν σταθμός χωρίς τρένα.
Ένα ζευγάρι στην πλατφόρμα αντάλλασσε μια ζεστή αποχαιρετιστήρια αγκαλιά. Τους κοίταξε, χαμογέλασε και μαζί τους νοερά αποχαιρέτησε το παρελθόν. Του έδωσε ένα τελευταίο φιλί, μια τελευταία αγκαλιά. Κι έφυγε απ’ το σταθμό κρατώντας απ’ το χέρι σφιχτά το παρόν της.
Τα φαντάσματα στο βαγόνι δεν είχαν πια φωνή, σκορπίστηκαν στον άνεμο. Γέμισαν τις ψυχές των ανθρώπων στο σταθμό με αγάπη. Αυτή τη μαγική στιγμή όλοι χαμογέλασαν  και συνέχισαν τα βήματα τους στον δικό τους προορισμό. 



Ονομάζομαι Ιφιγένεια Παρασκευά και είμαι 30 ετών. Είμαι από την Λευκωσία, στην Κύπρο.
Έχω σπουδάσει Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Πρόσφατα έχω τελειώσει τις μεταπτυχιακές μου σπουδές  στον τομέα του marketing από το Πανεπιστήμιο του Leicester.
Ασχολούμαι με τη δημιουργική γραφή από μικρό παιδί. Τετράδια γεμάτα ποιήματα και λέξεις αποτελούν σήμα κατατεθέν μου. Τα δυο τελευταία χρόνια άρχισα να ασχολούμαι ερασιτεχνικά και με τη συγγραφή διηγημάτων. Η ανάγκη για δημιουργία με ωθεί να γράφω και καθετί καινούριο που γράφω μου δίνει νέα πνοή και μια αίσθηση ελευθερίας. Λυτρωτικό το συναίσθημα που αφήνει η γραφή, κι ίσως τελικά ένας τρόπος επιβίωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!