Μικροδιήγημα - Νίκος Παπαδόπουλος



Θυμάμαι, όταν αμούστακα ακόμη, κυνηγάγαμε τα κοριτσάκια. Με το ελάχιστο χαρτζιλίκι μας πασχίζαμε να κάνουμε το παν για να τα εντυπωσιάσουμε. Πρώτα πρώτα αγοράζαμε χύμα τσιγάρα. Το τσιγάρο έδινε ένα κύρος. Έδειχνες άντρας. Το πουκάμισο του μεγάλου αδελφού η του θείου για τη Σαββατιάτικη έξοδο. Και βέβαια λεφτά για το κέρασμα στη βόλτα. Λεμονάδα, στραγάλια και οι πιο τυχεροί πάστα στην κοντινή Εβγα. Και τα κοριτσάκια, ντίβες πραγματικές. Περήφανο τίναγμα του κεφαλιού, στην ανθυποψία πρόκλησης. Μια κίνηση που έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, και την χοντρή κοτσίδα να αλλάζει ώμο. Αχ αυτή η κοτσίδα.
Θυμάμαι που μεγαλώνοντας, το κυνήγι της καθημερινής επιβίωσης δεν μας απέτρεπε από αυτό που τελικά νομίζω ότι ήταν ο κυριότερος στόχος μας. Το κυνήγι της γυναίκας. Πόσοι δεν έμπλεξαν σε περιπέτειες, έχασαν τη δουλειά τους, το έριξαν στο ποτό, μάλωσαν με συγγενείς η φίλους. Και αιτία; Μα πάντα η γυναίκα.
Θυμάμαι πόσα χρήματα ξόδεψα μόνο και μόνο για ρούχα. Μόνο και μόνο για να αρέσω. Μόνο και μόνο για να κατακτήσω το αέναα μεταμορφωνόμενο κάστρο. Τη γυναίκα.
Θυμάμαι ότι αργότερα ένα απλό κέρασμα και ένα προσεγμένο ντύσιμο δεν ήταν αρκετά. Αναγκάστηκα να διαβάζω, αν και το βαριόμουν, για να μπορώ να τις εντυπωσιάσω. Αναγκάστηκα νε τις πηγαίνω σε ακριβά εστιατόρια και ας μου άρεσαν περισσότερο τα ταβερνάκια. Ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος, έτσι και ακριβά δώρα έκανα και ας μην μου έφτανε ο μισθός ούτε για τα βασικά. Αλλά χαλάλι. Το κυνήγι του μυστηριώδους και θεϊκού αυτού πλάσματος, άξιζε όλες τις παραχωρήσεις και όλη την προσπάθεια.
Κοντεύω τα ενενήντα, τα πόδια μου δεν με κρατάνε πιά. Αν όμως μπορούσα να σηκωθώ για λίγο, ένα πράγμα θα έκανα. Θα έβγαινα να κυνηγήσω μια μελαχρινούλα. Για να πω την αλήθεια και ξανθούλα δεν θα με πείραζε.
Θυμάμαι ότι σε όλη μου τη ζωή κυνηγούσα αυτό το γοητευτικό δαίμονα. Θυμάμαι ότι δεν με απασχόλησε τίποτε περισσότερο από αυτή την εμμονή. Θυμάμαι τη λαχτάρα και την αγωνία της κάθε φοράς. Θυμάμαι την απογοήτευση της αποτυχίας , τον ενθουσιασμό στο καταφατικό η υποσχόμενο χαμόγελο.
Θυμάμαι μάτια ταξιδιάρικα, γοφούς χορευτικούς, ακροδάχτυλα από πορσελάνη, ονόματα, χρώματα, ανάσες.
Το μόνο που δεν θυμάμαι είναι το γιατί τις κυνηγούσαμε. Τι ολοκληρώνει αυτό το κυνήγι. Σπάω το κεφάλι μου μα δεν μπορώ να θυμηθώ. Ελπίζω μόνο ότι ήταν κάτι που να άξιζε τον κόπο. 




Ο Νίκος Παπαδόπουλος  γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1955. Εργάζεται ως ναυπηγός  και με τη συγγραφή ασχολήθηκε μόλις πριν οκτώ χρόνια. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα. Το διήγημα του «Το όριο» έχει δημοσιευτεί στο φιλόξενο «Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας» .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!