Μικροδιήγημα - Ηλίας Ε. Τρακάδας

Θυμάμαι ήταν καλοκαίρι. Έκανε αφόρητη ζέστη. Το υπόγειο ήταν σκοτεινό και η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Απόλυτη ησυχία. Πριν μερικές μέρες τη ζητούσα απεγνωσμένα. Τώρα με εκνεύριζε αφάνταστα. Δεκαπεντάυγουστος. Η Αθήνα είχε αδειάσει. Οι δρόμοι είχαν ερημώσει. Στην άδεια πολυκατοικία μόνο εγώ. Ο νοικάρης του υπογείου. Έκλεισα τον υπολογιστή και τσαλάκωσα στο τασάκι το τελευταίο μου τσιγάρο. Ένιωσα το στόμα μου πικρό. Τα χρήματα ήταν στον λογαριασμό μου. Τα μισά. Τα άλλα μισά θα τα έβαζαν μετά. Μετά τη «δουλειά». Την τελευταία μου «δουλειά». Κοίταξα μπροστά μου, πάνω στο δρύινο τραπεζάκι του σαλονιού, τον φάκελο. Έσκιψα και τον έπιασα. Έβγαλα έξω το εισιτήριο. To μαγικό χαρτάκι που θα με ταξίδευε μακριά από δω. Δεν άντεχα άλλο εδώ. Ούτε λεπτό. Ο ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπό μου. Τον σκούπισα με την ανάστροφη της παλάμης μου ενώ ταυτόχρονα έγλυφα την αλμύρα από τα χείλη μου. Η τελευταία δουλειά, σκέφτηκα και έκλεισα τα μάτια. Σκοτάδι. Κενό. Και μετά το κενό, βρέθηκα στο χώρο. Εκεί που έπρεπε να είμαι. Κοίταξα γύρω μου. Όλα ήταν όπως ακριβώς έπρεπε να είναι. Όλα πήγαιναν ακριβώς όπως τα είχα σχεδιάσει. Εκείνη εμφανίστηκε στον χώρο. Απέναντι. Ψηλή, μελαχρινή, με ένα μεταξωτό ολόσωμο φόρεμα να της χαϊδεύει κάθε πόρο του κορμιού της. Φευγαλέα τα μάτια της έπεσαν επάνω μου, αλλά γρήγορα άλλαξαν πορεία. Σταμάτησαν πάνω στη μαύρη Mercedes. Στο αυτοκίνητο μπροστά της. Εκείνη άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Η πόρτα έμεινε ανοιχτή. Εγώ περπάτησα πρός το μέρος της. Ένα, δύο τρία, τέσσερα μεγάλα και αποφασιστικά βήματα. Έβαλα το χέρι πίσω μου. Ανάμεσα στην πλάτη και τη ζώνη μου. Πέντε βήματα και σχεδόν είχα φτάσει. Η στρογγυλή πόρτα του ξενοδοχείου άρχισε να περιστρέφεται. Ένα, δύο, τρία δευτερόλεπτα, και εμφανίστηκε εκείνος. Κρατώντας μια δερμάτινη Samsonite. Τράβηξα γρήγορα το εννέα χιλιοστών heckler&koch και σημάδεψα ευθεία μπροστά μου. O δείκτης μου πίεσε τη σκανδάλη. Μια, δύο, τρείς σφαίρες. Ένιωσα τα αυτιά μου να βουίζουν. Ο άντρας έπεσε ανάσκελα στο πεζοδρόμιο. Νεκρός. Νομίζω ότι άκουσα πίσω μου φωνές αλλά δεν έδωσα σημασία. Επιτάχυνα και χάθηκα στο πρώτο στενό. Από εκεί έτρεξα επτά δρόμους πιο κάτω με όση δύναμη είχαν τα πόδια μου. Μέχρι να με πονέσει η σπλήνα μου. Μετά σταμάτησα. Είχα φτάσει. Κοίταξα πίσω μου. Αριστερά και δεξιά. Κατέβηκα ήρεμα τα σκαλιά του metro και κοίταξα το ρολόι μου. Τέσσερις και τέταρτο. Όλα είχαν πάει όπως τα υπολόγιζα. Τρεις ώρες μετά, βολεύτηκα στη θέση μου. H αεροσυνοδός στριμώχτηκε από πάνω μου για να περάσει ένας ακόμη επιβάτης και μου χαμογέλασε. Το ίδιο έκανα κι εγώ. Τελικά έφευγα. Ήταν γεγονός. Τα είχα καταφέρει.
Άνοιξα τα μάτια. Είδα την αεροσυνοδό πάνω από το κεφάλι μου. «Φτάσαμε» μου είπε και μου έδειξε με το δάκτυλο έξω από το παραθυράκι. Της έγνεψα και έλυσα τη ζώνη μου. Τα είχα καταφέρει τελικά. Ή μήπως όχι;

Ηλίας Ε. Τρακάδας
Γεννήθηκα στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου του 1975. Σπούδασα γραφιστική και εργάζομαι εδώ και δεκαπέντε χρόνια σαν γραφίστας και art director σε εφημερίδες. Μιλάω δύο ξένες γλώσσες: Αγγλικά και Ιταλικά (αλλά θα ήθελα να μιλάω ακόμα περισσότερες). Στον ελεύθερο χρόνο μου ακούω μουσική και διαβάζω. Διαβάζω πολύ. Και γράφω. Και ταξιδεύω. Πότε με αεροπλάνο, πότε με αυτοκίνητο, πότε με το μυαλό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!