Μικροδιήγημα - Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη

Θυμάμαι, Παρασκευή απόγευμα στο μεγάλο σαλόνι του μεγάρου. Την ώρα που ο ήλιος ολοκλήρωνε το σεργιάνι του στην φθινοπωρινή αυλή της πόλης κι έδινε, επάξια πια, τα σκήπτρα στη 14η νύχτα του τρέχοντος μηνός. Οι βαριές, κιτρινισμένες κουρτίνες ήσαν τραβηγμένες -σαν παραμακρεμένες αφέλειες- δεξιά κι αριστερά από την παλιά ξύλινη μπαλκονόπορτα θαρρείς κι η μπαλκονόπορτα ήταν πρόσωπο που η ταφταδένια ξεθωριασμένη ύφανση της κουρτίνας την ενοχλούσε στο να δει τον κόσμο ανεμπόδιστα και να σχηματίσει μια γνώμη ξεκάθαρη.
Γνώμη για το πού βαδίζει τούτος ο ντουνιάς, από πού ξεκινά και που καταλήγει η μοίρα των ανθρώπων. Η ατμόσφαιρα μύριζε, απ’ ώρα, άρρωστη λεβάντα και καμένο ξύλο: το προηγούμενο βράδυ,  η πυρκαγιά που είχε τσακίσει την πλαγιά τους. «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» την είχε βαφτίσει κείνη την εφιαλτική βραδιά η Σαπφώ-η παρακόρη τους- και δεν είχε άδικο. Τέσσερα γειτονικά τους σπίτια κάηκαν ολοσχερώς και τρία κοπάδια πρόβατα βρήκαν τραγικό θάνατο παραδομένα στα λαίμαργα δόντια της πύρινης θύελλας. Τι τα θες. Κάθε τόσο τα ίδια. «Δεν ήταν εμπρησμός, ήταν πυρκαγιά από αμέλεια.» Το αποτέλεσμα όμως ήταν, τούτη τη φορά,  χειρότερο από κάθε άλλη χρονιά. «Θεέ μου και πάλι καλά!» σταυροκοπήθηκε ανακουφισμένη.

Στο νου της ήρθαν, σαν νεογιλά χελιδόνια, οι αναμνήσεις του πολέμου  που μελετούσε τον τελευταίο καιρό. Ήρθαν, όχι απλά για να τιτιβίσουν αδιάφορα, μα για να σταθούν και να της σκάψουν το υποσυνείδητο με μια σαδιστική επιμονή που ξεπερνούσε το υποφερτό κι άγγιζε τα όρια της υποταγής. Γιατί; Γιατί έτσι. «Διότι, αγαπητό μου ημερολόγιο..» όπως θα έγραφε, χρόνια αργότερα η ερασιτέχνιδα ιστοριοδίφης Μαρία Καμπά, «διότι, λοιπόν, στον μεγάλο πόνο, η ψυχή τ’ ανθρώπου δε μπορεί, παρά να δηλώσει υποταγή. Κι ας μην είναι επιλογή της. Η υποταγή ποτέ δεν είν’ επιλογή κανενός.»
Ένας κεραυνός χώρισε στα δύο το σταχτί, μπαμπακένιο τομάρι του σύννεφου με μια αυστηρή, φθορίζουσα, τεθλασμένη γραμμή, και η ακολουθούμενη βροντή ράγισε μεμιάς την εύθραυστη ησυχία του χώρου σαν γαλλικό πορσελάνινο μπιμπελό.

Η Δώρα τυλίχτηκε φιλήδονα στο χοντρό, μάλλινο σάλι της. Τα πελώρια, ζεστά μάτια της πήραν τη χροιά εξάντλησης που τους αναλογούσε εδώ και ώρες, τα βλέφαρά της βάρυναν απότομα.
Η νύστα φώλιασε γλυκά στο σώμα της: στην αρχή, ένα απαλό μούδιασμα εγκαταστάθηκε στους κροτάφους, κι από’ κει άρχισε να διαχέεται γλυκά σε όλο το κεφάλι και τον αυχένα, ο σβέρκος ήταν τώρα έτοιμος να καμφθεί προς τα εμπρός. Ύστερα, χαλάρωσαν οι ώμοι
η ακοή της βάθαινε, βάθαινε ώσπου έσβησε και τότε, μπροστά της εμφανίστηκε η μορφή του αγαπημένου της παππού, κείνου του ψαρομάλλη δεσπότη με τα μειλίχια λόγια που τη λάτρευε πιο πολύ κι απ’ την ίδια του τη ζωή.

-Γιατί, χρυσή μου, δεν πας για ύπνο;
Η φωνή του Ισίδωρου ρούφηξε την ονειρική οπτασία μεμιάς κι η Δώρα επανήλθε με μεγαλύτερο πονοκέφαλο κι έκδηλη κακοκεφιά.
«Κουράστηκα.» ψιθύρισε βαριά, σέρνοντας τους φθόγγους. «Να δώσει ο Θεός να ζήσουμε και καλύτερες εποχές ! Αυτό μόνο ! Αχ, καλέ μου, αυτό μόνο!»
Και βηματίζοντας απαλά, αέρινα, έσβησε από τα μάτια τους ανεβαίνοντας κοφτά τη φθαρμένη ξύλινη σκάλα: σκαλί και τριγμός, τριγμός και σκέψη, σκέψη και οβολός μελαγχολίας.»



Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη
Γεννημένη (21 Αυγούστου 1987) και μεγαλωμένη στην Αθήνα, με καταγωγή από την Κρήτη και ρίζες από το Λαύριο, απ’ όπου αντλούνται πολλές εικόνες της φύσης. Σπουδές στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Νοσηλευτικής και απασχόληση, από το 2010 ως και σήμερα, στο δημόσιο τομέα. Άριστη κατοχή, από μικρή ηλικία, της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας. Συμμετοχή στους Πανελλήνιους Μαθητικούς Αγώνες Αντιλογίας-Επιχειρηματολογίας (2003) και πανελλαδική κατάταξη στους 20 καλύτερους ομιλητές των τριών προημιτελικών γύρων. Μέλος της παλιάς ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας του δήμου Χολαργού «Θεατρική Σκηνή».
Έργα της ίδιας:
 -«Ξυλομπογιές » (ποιητική συλλογή, Ιούλιος 2012, Εκδόσεις Ιωλκός.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!